πεπερασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πεπερασμένος πεπερασμένη πεπερασμένο
γενική πεπερασμένου πεπερασμένης πεπερασμένου
αιτιατική πεπερασμένο πεπερασμένη πεπερασμένο
κλητική πεπερασμένε πεπερασμένη πεπερασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεπερασμένοι πεπερασμένες πεπερασμένα
γενική πεπερασμένων πεπερασμένων πεπερασμένων
αιτιατική πεπερασμένους πεπερασμένες πεπερασμένα
κλητική πεπερασμένοι πεπερασμένες πεπερασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεπερασμένος < αρχαία ελληνική, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περάω / περῶ (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική fini)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πεπερασμένος

  1. που κάπου τελειώνει, που δεν είναι άπειρος
  2. (μαθηματικά)
  3. (φιλοσοφία)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]