πεπρωμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεπρωμένο πεπρωμένα
γενική πεπρωμένου πεπρωμένων
αιτιατική πεπρωμένο πεπρωμένα
κλητική πεπρωμένο πεπρωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεπρωμένο < αρχαία ελληνική πεπρωμένον, μετοχή ουδετέρου γένους του πέπρωται

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.pɾɔ.ˈmɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεπρωμένο ουδέτερο

  1. ό,τι θεωρείται πως έχει ήδη προδιαγραφεί, από τη μοίρα, να συμβεί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]