πεπόνιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πεπόνιον πεπονίω πεπόνια
Γενική πεπονίου πεπονίοιν πεπονίων
Δοτική πεπονί πεπονίοιν πεπονίοις
Αιτιατική πεπόνιον πεπονίω πεπόνια
Κλητική πεπόνιον πεπονίω πεπόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεπόνιον: υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική ) (σίκυος) πέπων < πέπτω < πέσσω (ωριμάζω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pekʷ- (μαγειρεύω, ψήνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεπόνιον ουδέτερο

  • (ελληνιστική κοινή) (βοτανική) πεπόνι
    Ἐκ δὲ τῶν ὀπωρῶν, σταφυλὰς καὶ ἀπίδια καὶ δαμασκηνὰ λευκὰ καὶ μῆλα, καὶ ῥοδάκινα, καὶ πεπόνιον, καὶ τὰ ὅμοια τούτων. Καὶ οἴνους πίνειν ἀψινθοκράεις καὶ ἀψινθάτους. (Ἀνώνυμος, Περὶ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁποίαις δεῖ χρῆσθαι τροφαῖς ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν καὶ ἀπὸ ποίων ἀπέχεσθαι, 1, 5, 1-4)