Μετάβαση στο περιεχόμενο

περίθαλψις

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περίθαλψις < ελληνιστική κοινή περιθάλπ(ω) + -σις > -ψις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περίθαλψις θηλυκό