περίσσωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίσσωμα < περισσεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίσσωμα ουδέτερο (αττική διάλεκτος: περίττωμα)

  1. κάθε τι που περισσεύει
  2. (ειδικότερα) κάθε τι που προέρχεται από τη διαδικασία της πέψης των τροφών και αποβάλλεται είτε σαν περίττωμα είτε σαν εμετός