περίχωρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα περίχωρα
      γενική των περιχώρων
    αιτιατική τα περίχωρα
     κλητική περίχωρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίχωρα < ελληνιστική κοινή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίχωρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. οι περιοχές που περιβάλλουν ένα οικιστικό σύνολο
    μένει στα περίχωρα του Λονδίνου, σε μια απόσταση από το κέντρο μιας ώρας περίπου με το τρένο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]