Μετάβαση στο περιεχόμενο

περίχωρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα περίχωρα
      γενική των περιχώρων
    αιτιατική τα περίχωρα
     κλητική περίχωρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περίχωρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίχωρα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /peˈɾi.xo.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: περίχωρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περίχωρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • οι περιοχές που περιβάλλουν ένα οικιστικό σύνολο
      Ο Περικλάκιας, λαμβάνοντας αυτοδίκαια την αρχηγία, διέταξε τα «παλληκάρια» να κατεβάσουν τη «χαμομήλω», διότι ο κύριος ήταν ο Ρωμαίος Αγγουλές, ο «άρχων» του Κεραμεικού και των περιχώρων, ο οποίος 'ξηγήθηκε μπεσαλίδικα στο αδέρφι τον Τρομάρα και γλίτωσε εκείνος της φυλακής τα σίδερα. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]