περαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περαστικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περαστικός περαστική περαστικό
γενική περαστικού περαστικής περαστικού
αιτιατική περαστικό περαστική περαστικό
κλητική περαστικέ περαστική περαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περαστικοί περαστικές περαστικά
γενική περαστικών περαστικών περαστικών
αιτιατική περαστικούς περαστικές περαστικά
κλητική περαστικοί περαστικές περαστικά

περαστικός, -ή, -ό

  1. που περνάει:

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περαστικός ουδέτερο

  1. άτομο που είναι περαστικό, που συνήθως δεν το γνωρίζουμε
    ακούστηκε ένα μπαμ και όλοι οι περαστικοί τρέξανε να δούνε τι έγινε


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]