περατζάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περατζάδα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περατζάδα θηλυκό

  1. το πέρασμα από κάποιο σημείο ή σημεία
  2. το μέρος που πηγαινοέρχεται, κόβει βόλτες ή, απλά, περνάει πολύς κόσμος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]