περηφανεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περηφανεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου περηφανεύομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]περηφανεμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη περηφανεύομαι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περηφανεμένος
|
|