Μετάβαση στο περιεχόμενο

περηφανεμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο περηφανεμένος η περηφανεμένη το περηφανεμένο
      γενική του περηφανεμένου της περηφανεμένης του περηφανεμένου
    αιτιατική τον περηφανεμένο την περηφανεμένη το περηφανεμένο
     κλητική περηφανεμένε περηφανεμένη περηφανεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι περηφανεμένοι οι περηφανεμένες τα περηφανεμένα
      γενική των περηφανεμένων των περηφανεμένων των περηφανεμένων
    αιτιατική τους περηφανεμένους τις περηφανεμένες τα περηφανεμένα
     κλητική περηφανεμένοι περηφανεμένες περηφανεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περηφανεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου περηφανεύομαι

Μετοχή

[επεξεργασία]

περηφανεμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]