περιάγω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]περιάγω
Παράγωγα
[επεξεργασία]- περιαγωγή, η πράξη και το αποτέλεσμα του περιαγάγω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]εκφράσεις
[επεξεργασία]- «περιάγει πανταχού την αναφορά προς υπογραφήν»
- «η χαρτοπαιξία περιήγαγεν αυτόν εις εσχάτην ένδειαν»
- «περιήχθην εις αδιέξοδον»
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περιάγω
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιάγω | περιάγομαι |
| Παρατατικός | περιῆγον | περιηγόμην |
| Μέλλοντας | περιάξω | περιάξομαι & περιαχθήσομαι |
| Αόριστος | περιῆξα, περιήγαγον | περιηξάμην & περιήχθην |
| Παρακείμενος | περιῆχα, περιαγήοχα | περιῆγμαι |
| Υπερσυντέλικος | περιήχειν, περιαγηόχειν | περιήγμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]περιάγω
- οδηγώ κάποιον ή κάτι γύρω, περιφέρω
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 30
- μετὰ δὲ ἡμέρῃ τρίτῃ ἢ τετάρτῃ κελεύσαντος Κροίσου τὸν Σόλωνα θεράποντες περιῆγον κατὰ τοὺς θησαυρούς
- 1. οδηγώ κάποιον μαζί μου, τον έχω πάντα κοντά μου
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, 2, 2.28
- Ὦ Σαμβαύλα, ἔφη, ἀλλ’ ἦ καὶ σὺ κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν τρόπον, ὅτι καλόν ἐστι, περιάγει τοῦτο τὸ μειράκιον τὸ παρακατακείμενόν σοι;
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, 2, 2.28
- 2. στρέφω κάτι γύρω, γυρίζω, περιστρέφω
- 3. θέτω σε περιφερική κίνηση
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 30
- φέρνω κάποιον ή κάτι σε ένα μέρος ή σε μια κατάσταση
- δημιουργώ δυσκολίες σε κάποιον, τον φέρνω σε αμηχανία
- παρατείνω, αναβάλλω
- (ρητορική) επεξεργάζομαι μια περίοδο κειμένου και τήν καθιστώ κομψή και γλαφυρή
- (+ αιτιατική τόπου) περιφέρομαι, πηγαίνω εδώ κι εκεί
Συγγενικά
[επεξεργασία]- περιαγωγεύς
- περιαγωγή
- περίακτος
- περιακτέος
- → δείτε τη λέξη ἄγω
Πηγές
[επεξεργασία]- περιάγω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- περιάγω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επέκταση
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Ρητορική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)