περιήγηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιήγηση οι περιηγήσεις
      γενική της περιήγησης
& περιηγήσεως
των περιηγήσεων
    αιτιατική την περιήγηση τις περιηγήσεις
     κλητική περιήγηση περιηγήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιήγηση < ελληνιστική κοινή περιήγησις < αρχαία ελληνική περιηγέομαι < ἡγέομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιήγηση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του περιηγούμαι
  2. (διαδίκτυο) browsing: η ανάγνωση ιστοσελίδων με την χρήση υπολογιστή και κάποιου προγράμματος φυλλομέτρησης (web browser)
     συνώνυμα: σερφάρισμα
    δείτε τη λέξη περιηγητής

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]