Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιαρπαγμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο περιαρπαγμένος η περιαρπαγμένη το περιαρπαγμένο
      γενική του περιαρπαγμένου της περιαρπαγμένης του περιαρπαγμένου
    αιτιατική τον περιαρπαγμένο την περιαρπαγμένη το περιαρπαγμένο
     κλητική περιαρπαγμένε περιαρπαγμένη περιαρπαγμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι περιαρπαγμένοι οι περιαρπαγμένες τα περιαρπαγμένα
      γενική των περιαρπαγμένων των περιαρπαγμένων των περιαρπαγμένων
    αιτιατική τους περιαρπαγμένους τις περιαρπαγμένες τα περιαρπαγμένα
     κλητική περιαρπαγμένοι περιαρπαγμένες περιαρπαγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιαρπαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου περιαρπάζω

Μετοχή

[επεξεργασία]

περιαρπαγμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]