Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιβάλλω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε < περι- + βάλλω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pe.ɾiˈva.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: περιβάλλω

περιβάλλω, πρτ.: περιέβαλλα, αόρ.: περιέβαλα, παθ.φωνή: περιβάλλομαι, π.αόρ.: περιβλήθηκα, μτχ.π.π.: περιβεβλημένος/περιβλημένος

  1. βρίσκομαι ή είμαι τοποθετημένος γύρω από κάτι, το περικλείω
    παράδειγμα  Ο φράχτης περιβάλλει τον κήπο.
      Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμακεφαλὴ φορέσῃ,
    ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
    κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
    παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
    (Γεώργιος Σουρής (1853 - 1919), Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Γ')
  2. καλύπτω ή βρίσκομαι γύρω από κάτι/κάποιον για την προστασία του
    παράδειγμα  Ο καθηγητής πάντα μας περιέβαλλε με την αγάπη του.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις περί και βάλλω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιβάλλω < περι- + βάλλω

ζητούμενο λήμμα