περιγραφικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική περιγραφικός περιγραφική περιγραφικό
γενική περιγραφικού περιγραφικής περιγραφικού
αιτιατική περιγραφικό περιγραφική περιγραφικό
κλητική περιγραφικέ περιγραφική περιγραφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιγραφικοί περιγραφικές περιγραφικά
γενική περιγραφικών περιγραφικών περιγραφικών
αιτιατική περιγραφικούς περιγραφικές περιγραφικά
κλητική περιγραφικοί περιγραφικές περιγραφικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιγραφικός < περι- + γράφω + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιγραφικός

  • Αυτός ο οποίος αναπαρασταίνει, δηλαδή εξηγεί το πως έχει μια κατάσταση, έννοια ή αντικείμενο.
    το να πείς οτι κάποιος μαθητής είναι καλός στα μαθήματα δεν είναι περιγραφικό (αλλά κανονιστικό), χρείαζομαι και επιπρόσθετες λεπτομέρειες, όπως τους βαθμούς του στα γραπτά διαγωνίσματα και στις προφορικές εξετάσεις

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]