περιεκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιεκτικός περιεκτική περιεκτικό
γενική περιεκτικού περιεκτικής περιεκτικού
αιτιατική περιεκτικό περιεκτική περιεκτικό
κλητική περιεκτικέ περιεκτική περιεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιεκτικοί περιεκτικές περιεκτικά
γενική περιεκτικών περιεκτικών περιεκτικών
αιτιατική περιεκτικούς περιεκτικές περιεκτικά
κλητική περιεκτικοί περιεκτικές περιεκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιεκτικός < ελληνιστική κοινή περιεκτικός < αρχαία ελληνική περιέχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιεκτικός, -ή, -ό

  1. που περιέχει /περιλαμβάνει πολλά
  2. ο πλούσιος σε περιεχόμενο, που περιεχει πολλά νοήματα σε λίγες λέξεις (για λόγο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]