περιεκτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιεκτικός περιεκτική περιεκτικό
γενική περιεκτικού περιεκτικής περιεκτικού
αιτιατική περιεκτικό περιεκτική περιεκτικό
κλητική περιεκτικέ περιεκτική περιεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιεκτικοί περιεκτικές περιεκτικά
γενική περιεκτικών περιεκτικών περιεκτικών
αιτιατική περιεκτικούς περιεκτικές περιεκτικά
κλητική περιεκτικοί περιεκτικές περιεκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιεκτικός < ελληνιστική κοινή περιεκτικός < αρχαία ελληνική περιέχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ɾi.ɛ.ktiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιεκτικός, -ή, -ό

  1. που περιέχει /περιλαμβάνει πολλά
  2. ο πλούσιος σε περιεχόμενο, που περιεχει πολλά νοήματα σε λίγες λέξεις (για λόγο)
    οι δηλώσεις του ήταν σύντομες και περιεκτικές
    τα κείμενά του είναι λιτά και περιεκτικά· δεν πλατειάζει, αλλά δεν χάνει και τη βαθύτερη ουσία του θέματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]