περιθωριακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιθωριακός περιθωριακή περιθωριακό
γενική περιθωριακού περιθωριακής περιθωριακού
αιτιατική περιθωριακό περιθωριακή περιθωριακό
κλητική περιθωριακέ περιθωριακή περιθωριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιθωριακοί περιθωριακές περιθωριακά
γενική περιθωριακών περιθωριακών περιθωριακών
αιτιατική περιθωριακούς περιθωριακές περιθωριακά
κλητική περιθωριακοί περιθωριακές περιθωριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιθωριακός < περιθώριο + -ακός < ελληνιστική κοινή περιθεωρέω / περιθεωρῶ < περί + αρχαία ελληνική θεωρέω / θεωρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική marginal)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιθωριακός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]