περικόπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περικόπτω < ελληνιστική κοινή περικόπτω < αρχαία ελληνική κόπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περικόπτω

  1. αφαιρώ, περιορίζω
  2. ελαττώνω, μειώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]