Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιμήτριον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περιμήτριον, -ίου ουδέτερο