περιμετρικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιμετρικός < περίμετρος + -ικός[1] ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική périmétral[2] ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική perimetric[2])
Επίθετο
[επεξεργασία]περιμετρικός
- που έχει σχέση με την περίμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτή
- ※ Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- περιμετρικά
- περιμετρικώς
- → δείτε τις λέξεις περίμετρος, περί και μέτρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περιμετρικός
- ↑ περιμετρικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 περιμετρικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)