Μετάβαση στο περιεχόμενο

περιμητρίτιδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περιμητρίτιδα οι περιμητρίτιδες
      γενική της περιμητρίτιδας των περιμητρίτιδων
    αιτιατική την περιμητρίτιδα τις περιμητρίτιδες
     κλητική περιμητρίτιδα περιμητρίτιδες
Κατηγορία όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
περιμητρίτιδα < περιμήτριο + -ίτιδα  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

περιμητρίτιδα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]