περιοδικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιοδικότητα περιοδικότητες
γενική περιοδικότητας περιοδικοτήτων
αιτιατική περιοδικότητα περιοδικότητες
κλητική περιοδικότητα περιοδικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περιοδικότητα < καθαρεύουσα περιοδικότης < περιοδικός + -ότης/-ότητα < περίοδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περιοδικότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του περιοδικού, η επανάληψη ενός φαινομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα

32πχ Μεταφράσεις[]