περιπατητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αυτός που αρέσκεται να παρπατάει.Σε ασθενη,αυτός που δεν είναι κλινήρης.

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική περιπατητικός περιπατητική περιπατητικό
γενική περιπατητικού περιπατητικής περιπατητικού
αιτιατική περιπατητικό περιπατητική περιπατητικό
κλητική περιπατητικέ περιπατητική περιπατητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιπατητικοί περιπατητικές περιπατητικά
γενική περιπατητικών περιπατητικών περιπατητικών
αιτιατική περιπατητικούς περιπατητικές περιπατητικά
κλητική περιπατητικοί περιπατητικές περιπατητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιπατητικός < αρχαία ελληνική περιπατῶ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιπατητικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
    περιπατητική φροντίδα υγείας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]