περιπλανώμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιπλανώμενος περιπλανώμενη περιπλανώμενο
γενική περιπλανώμενου περιπλανώμενης περιπλανώμενου
αιτιατική περιπλανώμενο περιπλανώμενη περιπλανώμενο
κλητική περιπλανώμενε περιπλανώμενη περιπλανώμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιπλανώμενοι περιπλανώμενες περιπλανώμενα
γενική περιπλανώμενων περιπλανώμενων περιπλανώμενων
αιτιατική περιπλανώμενους περιπλανώμενες περιπλανώμενα
κλητική περιπλανώμενοι περιπλανώμενες περιπλανώμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιπλανώμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος περιπλανιέμαι <περιπλανάομαι-ῶμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

περιπλανώμενος, -η, -ο

  1. αυτός που δεν έχει μόνιμη κατοικία, ο νομάδας
  2. αυτός που περιπλανιέται, περιφέρεται άσκοπα ή και βασανιστικά
    περιπλανώμενος Ιουδαίος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]