περισπωμένη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περισπωμένη περισπωμένες
γενική περισπωμένης περισπωμένων
αιτιατική περισπωμένη περισπωμένες
κλητική περισπωμένη περισπωμένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περισπωμένη < ελληνιστική κοινή περισπωμένη[1] (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική περισπωμένη, θηλυκό του περισπώμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος περισπάω / περισπῶ < περί + σπάω / σπῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *speh₁- (επιτυγχάνω, ευδοκιμώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περισπωμένη θηλυκό

  1. (γραμματική) ειδικό τονικό σημάδι (◌͂) που τίθεται πάνω από μακρά συλλαβή των αρχαίων ελληνικών ή των νέων ελληνικών με το πολυτονικό σύστημα, όταν ισχύουν ορισμένοι κανόνες και προϋποθέσεις
    Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα: κπος, χρος, φεγε, κμαι. (*)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

περισπωμένη

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική περισπωμένη περισπωμένα περισπώμεναι
Γενική περισπωμένης περισπωμέναιν περισπωμένων
Δοτική περισπωμέν περισπωμέναιν περισπωμέναις
Αιτιατική περισπωμένην περισπωμένα περισπωμένας
Κλητική περισπωμένη περισπωμένα περισπώμεναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περισπωμένη (ενν. προσῳδία) < αρχαία ελληνική περισπωμένη, θηλυκό του περισπώμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος περισπάω / περισπῶ < περί + σπάω / σπῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *speh₁- (επιτυγχάνω, ευδοκιμώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περισπωμένη θηλυκό

  • (ελληνιστική κοινή) (γραμματική) περισπωμένη
    • εἴπερ ἄρα δύο μέρη λόγου τὸ ὤμοι ἦν, καὶ πάντως ἡ τοῦ ὦ περισπωμένη ἐσώζετο, εἴγε ἀμετάθετοι αἱ περισπώμεναι, κἂν ἐγκλιτικὸν ἐπιφέρηται κἂν ἀνέγκλιτον. (Απολλώνιος ο Δύσκολος, Περί ἐπιρρημάτων, 2.1,1.127.24-2.1,1.127.26)
    • Τῶν δὲ εἰς <μι> ληγόντων ῥημάτων συζυγίαι εἰσὶ τέσσαρες, ὧν ἡ μὲν πρώτη † ἐκφέρεται ἀπὸ τῆς πρώτης τῶν περισπωμένων, ὡς ἀπὸ τοῦ <τιθῶ> γέγονε <τίθημι>. (Διονύσιος ο Θραξ, Τέχνη Γραμματική, 1.1.59.4-1.1.59.5)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ονομαστική πληθυντικού: περισπώμεναι, γενική πληθυντικού: περισπωμένων. Στο CD του Thesaurus Linguae Graecae υπάρχει ο τύπος «περισπώμεναι» (17 φορές) και «περισπωμένων» (982 φορές).

Open book 01.svg Κλιτή μορφή μετοχής[επεξεργασία]

περισπωμένη