περιστασιακά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιστασιακά < περιστασιακός
Επίρρημα
[επεξεργασία]περιστασιακά
- σε ορισμένες περιστάσεις
- ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.
- Παππά Αγγελική, Εμπειρική διερεύνηση των γνώσεων και στάσεων για τον καρκίνο του μαστού και τον έλεγχο με προληπτική μαστογραφία, [διπλωματική εργασία], Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Σχολή Επιστημών Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Θεσσαλονίκη 2025, σελ. 17-18
- ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περιστασιακά
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]περιστασιακά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστασιακό