περιστοιχίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : περιτειχίζω, περιτοιχίζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιστοιχίζω < ελληνιστική κοινή περιστοιχίζω < περί + αρχαία ελληνική στοιχίζω < στοῖχος < στείχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steygʰ- (περπατώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περιστοιχίζω (παθητική φωνή: περιστοιχίζομαι)

  1. βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο ή κάποιον άλλο
  2. συνοδεύω ή ακολουθώ κάποιον ή κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]