περιστύλιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιστύλιο < ελληνιστική κοινή περιστύλιον < αρχαία ελληνική περί + στῦλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]περιστύλιο ουδέτερο
- (αρχιτεκτονική, αρχαιολογία) κιονοστοιχία και στοά γύρω από οικοδόμημα
- ※ Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού, κεφάλαιο ΣΤ, 1925)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- περίστυλο
- περίστυλος
- → δείτε τις λέξεις περί και στύλος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- περιστύλιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- περιστύλιο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- περιστύλιο - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)