περιτομή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιτομή περιτομές
γενική περιτομής περιτομών
αιτιατική περιτομή περιτομές
κλητική περιτομή περιτομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιτομή < ελληνιστική κοινή περιτομή < αρχαία ελληνική περιτέμνω < περί + τέμνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ɾi.tɔ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιτομή θηλυκό

  1. (ιατρική) η αφαίρεση της ακροβυστίας
  2. (θρησκεία) εβραϊκή τελετή που γίνεται για την περιτομή καθώς και η περιτομή ως θρησκευτική πράξη και πρακτική
    • (η πρακτική είναι πολύ αρχαιότερη των Εβραίων, είχε καταγραφεί από τους Αιγυπτίους για κάποιους λαούς (μη Εβραίοι, διότι δεν είχαν εμφανιστεί) των Ανθρώπων των Θαλασσών [Sea Peoples / Καταστροφή της Ύστερης Εποχής του Μπρούτζου (bronze)])
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σουνέτι
  3. (παρωχημένο) περίτμηση

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

η περιτομή εμφανίστηκε για ιατρικό σκοπό ως αντιμετώπιση μολύνσεων, και δευτερογενώς έγινε θρησκευτικός θεσμός (ο ιερέας και ο θεραπευτής ήταν το ίδιο πρόσωπο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική περιτομή περιτομά περιτομαί
Γενική περιτομῆς περιτομαῖν περιτομῶν
Δοτική περιτομ περιτομαῖν περιτομαῖς
Αιτιατική περιτομήν περιτομά περιτομάς
Κλητική περιτομή περιτομά περιτομαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιτομή < αρχαία ελληνική περιτέμνω < περί + τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιτομή θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) περιτομή
  2. (ελληνιστική κοινή) κόψιμο, τομή
  3. (ελληνιστική κοινή) κυκλική τομή
  4. (ελληνιστική κοινή) τμήμα μηχανής