περιττός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιττός περιττή περιττό
γενική περιττού περιττής περιττού
αιτιατική περιττό περιττή περιττό
κλητική περιττέ περιττή περιττό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιττοί περιττές περιττά
γενική περιττών περιττών περιττών
αιτιατική περιττούς περιττές περιττά
κλητική περιττοί περιττές περιττά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιττός < αρχαία ελληνική περιττός < αττικός τύπος του περισσός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περιττός

  1. (μαθηματικά) ακέραιος αριθμός που έχει υπόλοιπο όταν διαιρείται με το 2
    όλοι οι πρώτοι αριθμοί εκτός από το 2 είναι περιττοί, π.χ. 3, 5, 7, 11
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μονός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άρτιος, ζυγός
  2. που δεν είναι απαραίτητος, ο μη αναγκαίος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]