περιφρόνηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περιφρόνηση < ελληνιστική κοινή περιφρόνησις < αρχαία ελληνική περιφρονέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

περιφρόνηση θηλυκό

  1. η αδιαφορία και η απαξιωτική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι δεν αξίζει το ενδιαφέρον μας ή το σεβασμό μας
  2. η έμπρακτη έλλειψη σεβασμού απέναντι σε κάποιον ή κάτι
    ο μάρτυρας παραπέμφθηκε για περιφρόνηση του δικαστηρίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]