περιχερίς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]*περιχερίς, -ίδος θηλυκό, μαρτυρείται στον πληθυντικό περιχερίδες
- (ελληνιστική κοινή) η περιχειρίδα → δείτε τη λέξη περιχερίδες: τα μανίκια
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- στην καθαρεύουσα: περιχειρίς
Πηγές
[επεξεργασία]- περιχερίδες - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- περιχερίδες σελ.5765 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)