περιχρύσωσις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιχρύσωσις (μαρτυρείται από το 1889) [1] < → και δείτε τη λέξη περιχρύσωση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]περιχρύσωσις, -εως θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ περιχρύσωσις, σελ.801, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου