περμανάντ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περμανάντ < (λόγιο δάνειο) γαλλική permanente (μόνιμη)[1] (ondulation permanente,[2] μόνιμο κατσάρωμα μαλλιών), θηλυκό του permanent (μόνιμος) < λατινική permanens,[3] μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος permaneo < maneo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /peɾ.maˈnant/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : περ‐μα‐νάντ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]περμανάντ θηλυκό άκλιτο
- (κομμωτική) είδος χτενίσματος κατά το οποίο κατσαρώνουμε τα μαλλιά με προσθήκη χημικών ουσιών και ειδική θερμική κατεργασία, ώστε το κατσάρωμα να διατηρηθεί για καιρό
- ※ Έχουμε τα καλύτερα φάρμακα για περμανάντ, τὰ μαλλιά δεν ψαλιδώνουν, δὲν ἀποχρωματίζονται. (Εξέλιξις, Εβδομαδιαία Λεσβιακή Πολιτική Εφημερίς, Μυτιλήνη, 8/4/2025 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μένω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
περμανάντ στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περμανάντ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ περμανάντ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ περμανάντ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κομμωτική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)