περπατημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περπατημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου περπατώ
Μετοχή
[επεξεργασία]περπατημένος, -η, -ο
- που έχει εμπειρία από τη ζωή
- ※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περπατημένος