περπατούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περπατούρα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περπατούρα θηλυκό

  1. είδος οχήματος για μωρό που δεν ξέρει ακόμα να περπατά, στράτα
  2. βοήθημα βάδισης για άτομα με κινητικά προβλήματα
    δείτε τη λέξη: πι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]