περπατώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περπατώ < αρχαία ελληνική περιπατῶ < περι- + πατῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

περπατώ

  1. χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]