περπατώντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περπατώντας < μετοχή ενεστώτα του περπατώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

περπατώντας

  1. καθώς περπατώ, την ώρα που πάω κάπου με τα πόδια
    Περπατώντας στην Αριστοτέλους, είδαμε τον Κώστα με την...
  2. με το να περπατώ (τροπική)
    Δεν θα φτάσεις περπατώντας στη Θεσσαλονίκη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]