πεσιμισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεσιμισμός πεσιμισμοί
γενική πεσιμισμού πεσιμισμών
αιτιατική πεσιμισμό πεσιμισμούς
κλητική πεσιμισμέ πεσιμισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεσιμισμός < γαλλική pessimisme < λατινική pessimus, υπερθετικός βαθμός του malus (κακός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεσιμισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) η απαισιόδοξη αντίληψη ότι στον κόσμο επικρατεί (ή θα επικρατήσει) το κακό αντί του καλού
  2. απαισιοδοξία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]