Μετάβαση στο περιεχόμενο

πεσκίρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πεσκίρι τα πεσκίρια
      γενική του πεσκιριού των πεσκιριών
    αιτιατική το πεσκίρι τα πεσκίρια
     κλητική πεσκίρι πεσκίρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πεσκίρι < τουρκική peşkir < περσική پیشگیر (pišgir, πετσέτα).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πεσκίρι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]