Μετάβαση στο περιεχόμενο

πεσκαδούρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πεσκαδούρος οι πεσκαδούροι
      γενική του πεσκαδούρου των πεσκαδούρων
    αιτιατική τον πεσκαδούρο τους πεσκαδούρους
     κλητική πεσκαδούρε πεσκαδούροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πεσκαδούρος < ιταλική pascatore[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pe.skaˈðu.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πεσκαδούρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πεσκαδούρος αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.