πεσμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πεσμένος πεσμένη πεσμένο
γενική πεσμένου πεσμένης πεσμένου
αιτιατική πεσμένο πεσμένη πεσμένο
κλητική πεσμένε πεσμένη πεσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεσμένοι πεσμένες πεσμένα
γενική πεσμένων πεσμένων πεσμένων
αιτιατική πεσμένους πεσμένες πεσμένα
κλητική πεσμένοι πεσμένες πεσμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πέφτω, ρήματος χωρίς άλλους παθητικούς τύπους. Αναλύεται στο συνοπτικό θέμα πεσ- + -μένος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pεˈzmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πεσμένος -η, -ο

  1. που έχει πέσει
  2. (μεταφορικά) εξασθενημένος
    πεσμένο ηθικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]