Μετάβαση στο περιεχόμενο

πετάλωσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

πετάλωσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω