Μετάβαση στο περιεχόμενο

πετιμέζι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πετιμέζι τα πετιμέζια
      γενική του πετιμεζιού των πετιμεζιών
    αιτιατική το πετιμέζι τα πετιμέζια
     κλητική πετιμέζι πετιμέζια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πετιμέζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική pekmez

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pe.tiˈme.zi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πετιμέζι ουδέτερο

  1. ο συμπυκνωμένος χυμός που παίρνουμε μετά από το βράσιμο του μούστου
  2. ο χαρακτηρισμός για κάτι με υπερβολικά γλυκιά γεύση
      Μεγάλο σπίτι χωριάτικο, με αυλές, αγελάδες, πατητήρια, φωτιές αναμμένες στην αυλή, καζάνια απάνω στις φωτιές. "Τι βράζετε εδώ;" ρώτησα. - "Πετιμέζι από καρπούζια". ( Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]