πετσολαγγού
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πετσολαγγού θηλυκό (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό στην Κύπρο)
- (για πάρα πολύ ηλικιωμένη γυναίκα) που είναι αδύναμη με πολλές ρυτίδες
- (υβριστικό) ανόητη γριά, παλιόγρια
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πετσολαγγού σελ.211, Τόμος 16 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.