Μετάβαση στο περιεχόμενο

πετσολαγγού

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πετσολαγγού < πετσίν ή πετσίον + λαγγόν + -ού

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πετσολαγγού θηλυκό (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό στην Κύπρο)

  1. (για πάρα πολύ ηλικιωμένη γυναίκα) που είναι αδύναμη με πολλές ρυτίδες
  2. (υβριστικό) ανόητη γριά, παλιόγρια

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]