πηγάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Πηγάδα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηγάδα < θηλυκή απόδοση ή μεγεθυντικό του πηγάδι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηγάδα θηλυκό

  • φαρδύ ή πολύ βαθύ πηγάδι
    πηγάδα του Μελιγαλά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]