πηγάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηγάζω < αρχαία ελληνική πηγάζω < πηγή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ˈɣa.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

πηγάζω

  1. (κυριολεκτικά) ξεπηδώ από πηγή, αναβλύζω
  2. (μεταφορικά) προέρχομαι, εκπορεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]