πηδόν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πηδόν πηδώ πηδά
Γενική πηδοῦ πηδοῖν πηδῶν
Δοτική πηδ πηδοῖν πηδοῖς
Αιτιατική πηδόν πηδώ πηδά
Κλητική πηδόν πηδώ πηδά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηδόν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pṓds

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηδόν ουδέτερο

  1. το πλατύ μέρος του κουπιού
  2. (κατ’ επέκταση) το κουπί
  3. (πληθυντικός) πηδά: πηδάλια

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]