πηχτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πηχτός πηχτή πηχτό
γενική πηχτού πηχτής πηχτού
αιτιατική πηχτό πηχτή πηχτό
κλητική πηχτέ πηχτή πηχτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πηχτοί πηχτές πηχτά
γενική πηχτών πηχτών πηχτών
αιτιατική πηχτούς πηχτές πηχτά
κλητική πηχτοί πηχτές πηχτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηχτός < αρχαία ελληνική πηκτός < πήγνυμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πηχτός, -ή, -ό

  1. που τα επιμέρους στοιχεία του είναι πυκνά τοποθετημένα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παχύρρευστος, πυκνόρρευστος
  2. που έχει μεταβληθεί σε στερεό από υγρό, που έχει πήξει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πηγμένος, στερεοποιημένος
  3. (μεταφορικά) αδιαπέραστος, πυκνός
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πηχτή

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]