πιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πιάζω

  • δωρικός τύπος του πιέζω (από τον αόριστο του οποίου, δηλ. το ἔπιασα, θεωρείται ότι προέκυψε το πιάνω)