πιάσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιάσιμο πιασίματα
γενική πιασίματος πιασιμάτων
αιτιατική πιάσιμο πιασίματα
κλητική πιάσιμο πιασίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιάσιμο < πιάσ- (αοριστικό θέμα του πιάνω) + -ιμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιάσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πιάνω
    • το κράτημα με το χέρι κάποιου αντικειμένου
    • το μάγκωμα
    • η σύλληψη ενός ύποπτου ή παρανόμου
    • η σύλληψη και κύηση
    • η κατάληψη ενός χώρου ή μιας θέσης
    • το κόλλημα του φαγητού που μαγειρεύουμε
    • η ενοικίαση
    • η επιτυχής ανάπτυξη ενός φυτού που φυτέψαμε
    • η αγκύλωση, το μούδιασμα, η παραλυσία μέρους ή ολόκληρου του σώματος μας
  2. το συνήθως πρόχειρη στερέωση υφάσματος ή άλλου αντικειμένου
  3. το μέρος ενός αντικειμένου από το οποίο μπορεί κάποιος να το πιάσει, λαβή, χερούλι, χειρολαβή
  4. (συνήθως στον πληθυντικό) οι γυναικείες καμπύλες

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]